fbpx
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Ποια είναι η σχέση μεταξύ της ΔΕΠ­-Υ και της ρύθμισης των συναισθημάτων;

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(1 Ψήφος)

Το φετινό θέμα του Μήνα Ευαισθητοποίησης για τη ΔΕΠ-Υ παγκοσμίως είναι "Κοινές ερωτήσεις: Αξιόπιστες απαντήσεις"

Συλλέξαμε τις 50 πιο συχνές ερωτήσεις σχετικά με τη ΔΕΠ-Υ & αξιόπιστοι ειδικοί θα δώσουν εύκολες, κατανοητές και γρήγορες απαντήσεις για γονείς, δασκάλους και άτομα με ΔΕΠ-Υ.


Russell A. Barkley PhΟ κλινικός καθηγητής ψυχιατρικής Russell A. Barkley, Ph.D. απαντά στο ερώτημα Ποια είναι η σχέση μεταξύ της ΔΕΠ­-Υ και της ρύθμισης των συναισθημάτων;

Κατά τη διάρκεια των πρώτων 170+ χρόνων της ιατρικής ιστορίας της, υπήρχε η αντίληψη ότι η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ­-Υ) και οι πρόδρομες διαταραχές της, περιλάμβαναν ελλείματα στη συναισθηματική αυτοσυγκράτηση και αυτορρύθμιση, μαζί με τα βασικά προβλήματα προσοχής και υπερκινητικής-παρορμητικής συμπεριφοράς. Ωστόσο, ξεκινώντας από τη δεκαετία του 1960, ειδικά με τη δεύτερη έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών (Diagnostic and Statistical Manual for Mental Disorders DSM-II: APA, 1968), τα συμπτώματα της συναισθηματικής παρορμητικότητας (Emotional Impulsiveness – EI) και της ανεπαρκούς συναισθηματικής αυτορρύθμισης διαχωρίστηκαν (Deficient Emotional Self-Regulation – DESR) από τα βασικά ελλείματα της ΔΕΠ­-Υ και αντιμετωπίζονται ως απλώς συσχετιζόμενα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν σε ορισμένες περιπτώσεις, αν αυτά τα προβλήματα γίνουν αντιληπτά. Αυτό οδήγησε τους περισσότερους ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένων των κλινικών γιατρών, να αποκλείουν την συναισθηματική αυτορρύθμιση από την κατανόηση των θεωριών για τη φύση της ΔΕΠ­-Υ.

Η συναισθηματική παρορμητικότητα αναφέρεται στην έκφραση των προκαλούμενων συναισθηματικών αντιδράσεων σε γεγονότα, πιο γρήγορα απ’ ό,τι συμβαίνει στους τυπικούς ανθρώπους. Το να είσαι ανυπόμονος, να έχεις χαμηλή ανοχή στην απογοήτευση, να ενθουσιάζεσαι ή να διεγείρεσαι συναισθηματικά εύκολα, να εκφράζεις πιο έντονα βασικά συναισθήματα όταν προκαλούνται, ο γρήγορος θυμός, και άλλες παρορμητικές συναισθηματικές αντιδράσεις δείχνουν αυτό το έλλειμα στη συναισθηματική ρύθμιση. Η ανεπαρκής συναισθηματική αυτορρύθμιση (DESR) αναφέρεται στην ανικανότητα ή δυσκολία της απόκτησης του ελέγχου ισχυρών συναισθημάτων που έχουν προκληθεί από γεγονότα, της συγκράτησης της έκφρασης τους δημόσια, της μείωσης της έντασης τους, της προσπάθειας αυτόρύθμισης, ακόμα και της ευκολότερης αντικατάστασης πιο ήπιων συναισθηματικών αντιδράσεων που ευνοούν περισσότερο την άμεση και μακροπρόθεσμη ευημερία κάποιου.

Ωστόσο, κανένα από τα παραπάνω δεν υποδηλώνει ότι όλες οι συναισθηματικές δυσκολίες που συναντώνται σε έναν ασθενή με ΔΕΠ­-Υ μπορούν να διαγραφούν λόγω αυτού του συστατικού συναισθηματικής δυσλειτουργίας. Η ΔΕΠ­-Υ συνδέεται σίγουρα με αυξημένο κίνδυνο για διάφορες διαταραχές διάθεσης και άγχους, πέρα από τα απλώς παρορμητικά συναισθήματα. Πώς μπορούμε να διακρίνουμε, λοιπόν, ποιες συναισθηματικές δυσκολίες ανήκουν στη ΔΕΠ­-Υ και ποιες απαιτούν αναζήτηση μιας συννοσηρής συναισθηματικής διαταραχής για να εξηγηθούν;

Ποια είναι η σχέση μεταξύ της ΔΕΠΥ και της ρύθμισης των συναισθημάτων

Πρώτον, αναλογιστείτε ότι οι συναισθηματικές δυσκολίες στη ΔΕΠ­-Υ είναι απλώς συναισθήματα, και όχι η γενικότερη διάθεση του ατόμου. Τα συναισθήματα είναι μικρής διάρκειας, προκαλούνται, και συχνά αφορούν συγκεκριμένα την κατάσταση που τα προκάλεσε. Είναι, επίσης, σε μεγάλο βαθμό λογικά, δηλαδή είναι κατανοητά στους άλλους, δεδομένου ότι ο μέσος άνθρωπος θα είχε την ίδια υποκειμενική αντίδραση σε αυτήν την κατάσταση.

Η διαφορά είναι ότι ο τυπικός άνθρωπος θα δρούσε ώστε να καταστείλει τις εκούσιες πτυχές του συναισθήματος επί τις οποίες είχε κάποιο έλεγχο αντί να τις εκφράσει δημόσια. Θα ακολουθούσε βήματα αυτορρύθμισης ώστε να μειώσει ή αλλιώς να αλλάξει το συναίσθημα και να το κάνει περισσότερο συμβατό με την κατάσταση, τους άλλους, τους μακροπρόθεσμους στόχους και την ευημερία του. Η ανάκαμψη από μια τέτοια προκληθείσα αλλαγή στη συναισθηματική κατάσταση μπορεί να είναι σχετικά γρήγορη συγκριτικά με τη γενικότερη διάθεση, αν και ίσως όχι τόσο εύκολη όσο φαίνεται στους τυπικούς ανθρώπους, δεδομένου ότι εκείνοι με τη ΔΕΠ­-Υ έχουν μεγαλύτερη δυσκολία να μειώσουν τα έντονα συναισθήματά τους χρησιμοποιώντας εκτελεστικό αυτοέλεγχο.

Αντιθέτως, η διάθεση είναι απλώς αυτό – μια μακροχρόνια αλλαγή στη συναισθηματική κατάσταση που συχνά διασταυρώνεται και μπορεί να προκύψει χωρίς κάποιο ερέθισμα ή να προκληθεί από ασήμαντα γεγονότα που συνήθως δεν οδηγούν άλλους να αντιδράσουν με αυτόν τον τρόπο. Η συναισθηματική αντίδραση μπορεί να περιγραφεί τόσο ως ιδιότροπη όσο ως ακραία. Συνεπώς, δεν είναι λογική, με την έννοια ότι οι άλλοι άνθρωποι δεν θα είχαν την ίδια συναισθηματική αντίδραση υπό αυτές τις συνθήκες για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και σε αυτό το σκηνικό.

Ομολογουμένως, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε ένα συναίσθημα και στη διάθεση δεν είναι τόσο ευδιάκριτη όσο περιγράφεται εδώ. Ωστόσο, οι παραπάνω οδηγίες φαίνονται λογικές αυτή τη στιγμή, για να καθοδηγήσουν τους κλινικούς γιατρούς να διευθετήσουν ποια συναισθηματικά συμπτώματα ενός ασθενούς με ΔΕΠ­-Υ ανήκουν σε αυτή τη διαταραχή και τα προβλήματα της συναισθηματικής παρορμητικότητάς (EI) της και της ανεπαρκούς συναισθηματικής αυτορρύθμισής (DESR) της και ποια συμπτώματα είναι πιθανό να αποδοθούν σε μια συννοσηρή συναισθηματική διαταραχή.

Έχουν προκύψει συναρπαστικά στοιχεία κατά την τελευταία δεκαετία που δείχνουν ξεκάθαρα ότι πολλές αν όχι οι περισσότερες περιπτώσεις της ΔΕΠ­-Υ περιλαμβάνουν προβλήματα με τη συναισθηματική παρορμητικότητα (EI) και την ανεπαρκή συναισθηματική αυτορρύθμιση (DESR). Δείχνουν, επίσης, ότι αυτά τα προβλήματα σχετίζονται με τη σοβαρότητα των πιο παραδοσιακών συμπτωμάτων της ΔΕΠ­-Υ, και ότι μοιράζονται τις ίδιες γενετικές επιρροές που έχουν τεκμηριωθεί καλά στην έρευνα για τη ΔΕΠ­-Υ. Τα άφθονα στοιχεία υποστηρίζουν την επιστροφή της συναισθηματικής παρορμητικότητας (EI) και της ανεπαρκούς συναισθηματικής αυτορρύθμισης (DESR) σε χαρακτηριστικά κλειδιά αν όχι σε βασικά χαρακτηριστικά της ΔΕΠ­-Υ, κατά την κατανόηση ή τη διάγνωσή της.

Το επιχείρημα βασίζεται σε διάφορες σκέψεις και αποδεικτικά στοιχεία:

1. Η συναισθηματική παρορμητικότητα (EI) και η ανεπαρκής συναισθηματική αυτορρύθμιση (DESR) έχουν μακρά ιστορία ως κεντρικό χαρακτηριστικό της ΔΕΠ­-Υ στην κλινική της σύλληψη, πριν από τη δεκαετία του 1960.

2. Οι τρέχουσες νευροψυχολογικές θεωρίες για τη ΔΕΠ­-Υ θεωρούν ότι οι EI και DESR είναι ένα κεντρικό χαρακτηριστικό.

3. Τα νευροανατομικά ευρήματα που σχετίζονται με τη ΔΕΠ­-Υ θα πρέπει να προκαλούν συμπτώματα EI και DESR διότι οι εγκεφαλικές δομές και δίκτυα που εμπλέκονται στη ΔΕΠ­-Υ εμπλέκονται, επίσης, στη δημιουργία συναισθημάτων, στην έκφραση και στην αυτορρύθμιση.

4. Υπάρχουν αρκετά στοιχεία ότι παιδιά και ενήλικες με ΔΕΠ­-Υ είναι πολύ πιθανό να εμφανίσουν EI και DESR (χαμηλή ανοχή στην απογοήτευση, ανυπομονησία, γρήγορος θυμός, και ευκολότερος ενθουσιασμός σε συναισθηματικές αντιδράσεις γενικότερα).

5. Η επιστροφή των EI και DESR σε κεντρικά χαρακτηριστικά της ΔΕΠ­-Υ θα έδειχνε σαφέστερα τη βάση για την υψηλή συννοσηρότητά της με την Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή και πιθανώς με πολλές σχετικές διαταραχές, όπως ο μελλοντικός κίνδυνος για άγχος και κατάθλιψη.

6. Η αναγνώριση των EI και DESR ως βασικά συστατικά της ΔΕΠ­-Υ θα αποσαφήνιζε, επίσης, μια βάση για τα συχνά προβλήματα κοινωνικής αλληλεπίδρασης και δυσκολίες σε πολλούς άλλους τομείς σημαντικών δραστηριοτήτων της ζωής (δουλειά, οδήγηση, γάμος/συγκατοίκηση, διαχείριση οικονομικών, και ανατροφή παιδιών) που συναντώνται στη ΔΕΠ­-Υ.

7. Η κατανόηση του ρόλου των EI και DESR στη ΔΕΠ­-Υ μπορεί να βοηθήσει σε μεγάλο βαθμό στην διαφορική διάγνωση της ΔΕΠ­-Υ από διαταραχές διάθεσης και να μειώσει την εσφαλμένη διάγνωση συναισθηματικών προβλημάτων στη ΔΕΠ­-Υ, όπως προκύπτει εξ ολοκλήρου από τη συννοσηρότητα.

8. Τα φάρμακα για τη ΔΕΠ­-Υ φαίνεται να μειώνουν τόσο τη EI και την DESR που είναι εμφανείς στη ΔΕΠ­-Υ όσο και τα παραδοσιακά συμπτώματα της ΔΕΠ­-Υ, ωστόσο μπορεί να γίνεται μέσω διαφορετικών νευρικών μηχανισμών και δικτύων σε κάθε περίπτωση.

9. Οι ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις για τη ΔΕΠ­-Υ πρέπει να περιλαμβάνουν προγράμματα που στοχεύουν στη βοήθεια των ασθενών με EI/DESR συγκεκριμένα και όχι απλώς στις παραδοσιακές διαστάσεις των συμπτωμάτων της ΔΕΠ­-Υ.

10. Κάτι τέτοιο είναι πιθανό να μειώσει τα διάφορα προβλήματα που σχετίζονται ειδικά με το συναισθηματικό συστατικό της ΔΕΠ­-Υ που σε μεγάλο βαθμό δεν αντιμετωπίζονται στις τρέχουσες θεραπείες.

Ανεξαρτήτως του τι μπορεί να κάνει το επόμενο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών, οι κλινικοί γιατροί πρέπει να γνωρίζουν τα συμπτώματα των EI και DESR που είναι εγγενή στη ΔΕΠ­-Υ και να τα αξιολογήσουν όπως αξιολογούν τα παραδοσιακά συμπτώματα της ΔΕΠ­-Υ κατά την αρχική εκτίμηση ενός ασθενούς με ΔΕΠ­-Υ. Κάτι τέτοιο μπορεί να παρέχει όχι μόνο μια σαφέστερη και πληρέστερη περιγραφή της τρέχουσας κατάστασης του ασθενούς, αλλά επίσης μια πλουσιότερη κατανόηση της βάσης πολλών από τα προβλήματα που μπορεί να βιώνει ο ασθενής και είναι εν μέρει ή σε μεγάλο βαθμό συνέπεια αυτού του συναισθηματικού συστατικού της ΔΕΠ­-Υ.

Το ότι η ΔΕΠ­-Υ περιλαμβάνει ένα τέτοιο συστατικό πρέπει επίσης να εξηγηθεί από τους κλινικούς γιατρούς στους ασθενείς τους με ΔΕΠ­-Υ και στις οικογένειές τους έτσι ώστε και αυτοί να καταλάβουν καλύτερα και πληρέστερα την κατάσταση και τον λόγο που ο ασθενής μπορεί να εκφράζει τα συναισθήματά του με τον τρόπο που το κάνει. Οι παρεμβάσεις πρέπει να στοχεύουν επίσης σε αυτό το συστατικό της ΔΕΠ­-Υ εκτός από τις συνεχείς προσπάθειες για την ανάπτυξη τόσο ψυχοκοινωνικών όσο και ιατρικών παρεμβάσεων που εστιάζουν στα παραδοσιακά συμπτώματα της ΔΕΠ­-Υ και τα σχετικά «ψυχρά» γνωστικά εκτελεστικά ελλείματα. Η θεραπεία πρέπει να εστιάζει επίσης στο πως θα βοηθήσει καλύτερα τα μέλη της οικογένειας να αντιμετωπίσουν και να βοηθήσουν τον ασθενή με ΔΕΠ­-Υ στην αποτελεσματική διαχείριση της συναισθηματικής του δυσλειτουργίας.

Εν συντομία, είναι καιρός η συναισθηματική παρορμητικότητα (EI) και η ανεπαρκής συναισθηματική αυτορρύθμιση (DESR) να επιστρέψουν στη σωστή θέση τους ως βασικά ή κεντρικά συστατικά της ΔΕΠ­-Υ και να διερευνηθούν καλύτεροι τρόποι αντιμετώπισης ή διαχείριση της για να βελτιωθεί η κατάσταση των ανθρώπων με ΔΕΠ­-Υ.

ΒιογραφικόΟ Dr. Barkley είναι κλινικός καθηγητής ψυχιατρικής στο Virginia Commonwealth University Medical Center in Richmond, Βιρτζίνια, ΗΠΑ. Έχει εκδώσει πάνω από 27 βιβλία, κλίμακες βαθμολογίας, και κλινικά εγχειρίδια και περισσότερα από 300 επιστημονικά άρθρα και κεφάλαια βιβλίων για τη ΔΕΠ­-Υ, και έχει παρουσιάσει περισσότερες από 800 διαλέξεις σε περισσότερες από 30 χώρες. Τα τελευταία του βιβλία είναι «Taking Charge of ADHD: The Complete, Authoritative Guide for Parents» (4η έκδοση, Ιούνιος 2020, Guilford press) και «The 12 Principles for Raising and Child with ADHD» (Οκτώβριος 2020, Guilford Press). Η ιστοσελίδα του είναι www.RussellBarkley.org.

Βιβλιογραφία:

Barkley, R. A. (2015). Emotional dysregulation is a core component of ADHD. In R. A. Barkley (ed.). Attention deficit hyperactivity disorder: A handbook for diagnosis and treatment (4th ed.) (pp. 81-115). New York: Guilford Press.

Barkley, R. A. & Fischer, M. (2010). The unique contribution of emotional impulsiveness to impairment in major life activities in hyperactive children as adults. Journal of the American Academy of Child and Adolescent Psychiatry, 49, 503-513.

Barkley, R. A. & Murphy, K. R. (2011). Deficient emotional self-regulation in adults with ADHD: The relative contributions of emotional impulsiveness and ADHD symptoms to adaptive impairments in major life activities. Journal of ADHD and Related Disorders, 1(4), 5-28.

Braaten, E. B., & Rosen, L. A. (2000). Self-regulation of affect in attention deficit-hyperactivity disorder (ADHD) and non-ADHD bys: differences in empathic responding. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 68, 315-321.

Ciuluvica, C., Mitrofan, N., & Grilli, A. (2013). Aspects of emotion regulation difficulties and cognitive deficit in executive functions related to ADHD symptomatology in children. Social and Behavioral Sciences, 78, 390-394.

Dowson, J. H., & Blackwell, A. D. (2010). Impulsive aggression in adults with attention-deficit/hyperactivity disorder. Acta Psychiatrica Scandinnavica, 121, 103-110.

Harty, S. C., Miller, C. J., Newcorn, J. H., & Halperin, J. M. (2009). Adolescents with childhood ADHD and comorbid disruptive behavior disorders: Aggression, anger, and hostility. Child Psychiatry and Human Development, 40, 85-97.

Hinshaw, S. P. (2003). Impulsivity, emotion regulation, and developmental psychopathology: specific versus generality of linkages. Annals of the New York Academy of Sciences, 1008, 149-159.

Hulvershorn, L., Mennes, M., Castellanos, F. X., Martino, A.D., Milham, A. P., Hummer, T. A., Roy, A. K. (2013). Abnormal amygdala functional connectivity associated with emotional lability in children with Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder. Journal of the American Academy of Child & Adolescent Psychiatry, 53(3), 351-361.

Jensen, S. A., & Rosén, L. A. (2004). Emotional reactivity in children with attention-deficit/hyperactivity disorder. Journal of Attention Disorders, 8, 53-61.

Maedgen, J. W., & Carlson, C. L. (2000). Social functioning and emotional regulation in the attention deficit hyperactivity disorder subtypes. Journal of Clinical Child Psychology, 29, 30-42.

Martel, M. M. (2009). Research review: A new perspective on attention-deficit/hyperactivity disorder: emotion dysregulation and trait models. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 50, 1042-1051.

Melnick, S. M., & Hinshaw, S. P. (2000). Emotion regulation and parenting in AD/HD and comparison boys: linkages with social behaviors and peer preference. Journal of Abnormal Child Psychology, 28, 73-86.

Merwood, A., Chen, W., Rijsdijk, F., Skirrow, C., Larsson, H., Thapar, A., Kuntsi, J., & Asherson, P. (2013). Genetic association between the symptoms of attention-deficit/hyperactivity disorder and emotional lability in child and adolescent twins. Journal of the American Academy of Child and Adolescent Psychiatry, 53(2), 209-220.

Musser, E. D., Backs, R. W., Schmidtt, C. F., Ablow, J. C., Measelle, J. R., & Nigg, J. T. (2011). Emotion regulation via the autonomic nervous system in children with attention-deficit/hyperactivity disorder (ADHD). Journal of Abnormal Child Psychology, 39, 841-852.

Ryckaert, C., Kuntsi, J., & Asherson, P. (2018). Emotional dysregulation and ADHD. In Banaschewski, T., Coghill, D., & Zuddas, A. (Eds.). Oxford Textbook of Attention Deficit Hyperactivity Disorder (pp. 103-117). London: Oxford University Press.

Shaw, P., Stringaris, A., Nigg, J., & Leibenluft, E. (2014). Emotion dysregulation in attention deficit hyperactivity disorder. American Journal of Psychiatry, 171 (3), 276-293.

Sobanski, E., Banaschewski, T., Asherson, P., Buitelaar, J., Che, W., Franke, B., Holtman, M. et al. (2010). Emotional lability in children and adolescents with attention-deficit/hyperactivity disorder (ADHD): clinical correlates and familial prevalence. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 51, 915-923.

Surman, C. B. H., Biederman, J., Spencer, T., Miller, C. A., McDermott, K. M., & Faraone, S. V. (2013). Understanding deficient emotional self-regulation in adults with attention deficit hyperactivity disorder: A controlled study. ADHD: Attention Deficit Hyperactivity Disorder, 5, 273-281.

Walcott, C. M., & Landau, S. (2004). The relation between disinhibition and emotion regulation in boys with attention deficit hyperactivity disorder. Journal of Clinical Child and Adolescent Psychology, 33, 772-782