fbpx
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Ενήλικη ΔΕΠ-Υ, Τελειομανία, και Αναβλητικότητα

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(2 ψήφοι)


Πώς το να επιμένεις να κάνεις τα πράγματα τέλεια μπορεί να γίνει εμπόδιο για να τα ξεκινήσεις & να τα τελειώσεις.

από τον Russell Ramsay, Ph.D. στο Rethinking Adult ADHD

find a specialist-17

«Όταν ήμουν στο σχολείο οι δάσκαλοι μου είπαν ότι «η εξάσκηση οδηγεί στην τελειότητα» ∙ μετά μου είπαν ότι «κανείς δεν είναι τέλειος» οπότε σταμάτησα να εξασκούμαι» - Steven Wright, κωμικός

Ένα ενδιαφέρον εύρημα που αναδύθηκε από την έρευνα των νοοτροπιών των ενηλίκων με ΔΕΠ-Υ ήταν ότι η τελειομανία ήταν η πιο συχνά νοητική διαστρέβλωση. Η τελειομανία συνήθως συσχετίζεται με μη ρεαλιστικά πρότυπα απόδοσης που έχουν ως αποτέλεσμα απογοήτευση όταν δεν επιτυγχάνονται, και μερικές φορές μια αυτοκαταστροφική καθυστέρηση μιας σχολικής εργασίας ή μιας αναφοράς για την δουλειά γιατί δεν είναι ακόμα «όπως πρέπει». Τέτοια υψηλά πρότυπα μπορεί να βασίζονται σε κάποιο αντικειμενικό μέτρο, όπως ένας βαθμός ή μια κατάταξη (ή τουλάχιστον το να τα πας καλύτερα από έναν «αντίπαλο»), αλλά υποκειμενικά πρότυπα μπορεί να είναι εξίσου επιζήμια για την αίσθηση του εαυτού και των ικανοτήτων.

Αυτό το εύρημα σε αυτό το κλινικό δείγμα ενηλίκων με ΔΕΠ-Υ ήταν αρχικά αναπάντεχο μέχρι που διασταυρώθηκε με τις κλινικές εμπειρίες αυτών που αναζητούσαν γνωστική συμπεριφοριστική θεραπεία (CBT). Μια διάκριση διαφαίνεται ανάμεσα εμπρόσθιας (front-end perfectionism) και οπίσθιας (back-end perfectionism) τελειομανίας, που ξεφεύγει πέρα από τα δεδομένα της έρευνας αλλά έχει χρησιμότητα στην κατανόηση του γιατί η τελειομανία ήταν τόσο εμφανής σε ενήλικους με ΔΕΠ-Υ.

Η οπίσθια τελειομανία μπορεί να θεωρηθεί ως το να έχεις υπερβολικά υψηλά, άκαμπτα πρότυπα για την ποιότητα, τις λεπτομέρειες, ή/και την απόδοση. Αυτή η στάση οδηγεί σε δυσκολίες στην ολοκλήρωση και την υποβολή εργασιών διότι δεν είναι αψεγάδιαστες, συχνά παρασυρόμενες από μια αόριστη, ενδότερη αίσθηση του ότι –«με λίγο ακόμα χρόνο»- το προϊόν μπορεί να γίνει ακόμα καλύτερο. Οι εργασίες ή τα σχέδια γίνονται κουραστικά γιατί κάθε λεπτομέρεια θεωρείται ως αυτή που, αν δεν φτιαχτεί επαρκώς, θα υποβαθμίσει ολόκληρη την εργασία. Αυτή η στάση συχνά οδηγεί στο χάσιμο των προθεσμιών είτε γιατί θέλουμε να αφιερώσουμε πολύ περισσότερο χρόνο και προσπάθεια από όσο απαιτείται για την δημιουργία ενός προϊόντος υψηλής ποιότητας είτε επειδή εξαντλούμε το χρόνο σε ασήμαντα ζητήματα που καταλήγουν να μονοπωλούν τον χρόνο, την προσπάθεια και την ενέργεια.

Από την άλλη, η οπίσθια τελειομανία επηρεάζει επίσης άτομα που αμφισβητούν αν η δουλειά τους ανταποκρίνεται σε ένα ελάχιστο αποδεκτό πρότυπο. Επομένως, ανησυχίες για το αν μια εργασία θα κερδίσει έστω ένα βαθμό που περνάει ή αν η ποιότητα ενός σχεδίου της δουλειάς θα κριθεί ως ικανοποιητική μπορούν να κάνουν ένα ήδη απαιτητικό εγχείρημα να φαίνεται απελπιστικό και επώδυνο.

Για παράδειγμα, η οπίσθια τελειομανία έχει μερικές φορές εμφανιστεί σε περιπτώσεις ενηλίκων με ΔΕΠ-Υ που τους δόθηκαν παρατάσεις στη δουλειά ή σε σχολικές εργασίες αφού έμειναν πίσω σε αυτές. Αφού έκαναν πρόοδο προς την ολοκλήρωση, αυτά τα άτομα αντιμετώπισαν δυσκολίες με το τελείωμα αυτών των καθυστερημένων εργασιών όσο πλησίαζε η προσαρμοσμένη διορία. Έρευνα σχετικά με τις παρεμβατικές ως προς τα καθήκοντα σκέψεις τους αποκάλυψε υποθέσεις του τύπου ότι «Η εργασία μου τώρα πρέπει να έχει ακόμα υψηλότερο επίπεδο επειδή έχω επιπλέον χρόνο για να δουλέψω πάνω σε αυτή.» Δεν προκαλεί έκπληξη το ότι αυτή η αυτοεπιβαλλόμενη (και απροσδιόριστη) τιμωρία μόνο ανέβασε τον πήχη για την εργασία και έκανε πιο δύσκολο να επιμείνει κανείς και να υποβάλλει την τελική εκδοχή. Υπάρχει συχνά και ένα ίχνος ενοχής και ντροπής για την ανάγκη παράτασης εξαρχής, που και αντικατόπτρισε και και μεγέθυνε την αυτοαμφισβήτηση του ατόμου σχετικά την ποιότητα της δουλειάς

H εμπρόσθια τελειομανία, από την άλλη, φαίνεται να είναι το πιο κοινό είδος στην ενήλικη ΔΕΠ-Υ. Αυτή η τελειομανιακή νοοτροπία εκδηλώνεται ως άκαμπτα πρότυπα και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται ώστε να ασχοληθεί κανείς με μια εργασία ή ένα εγχείρημα εξαρχής (λ.χ. «Αν οι συνθήκες είναι σωστές, τότε μόνο μπορώ να εκτελέσω το καθήκον»), αλλά υπάρχει επίσης μια ανάλογη υποθετική πεποίθηση αυτοδυσπιστίας (λ.χ., «Αν οι συνθήκες δεν είναι εντελώς σωστές, τότε δεν μπορώ να εκτελέσω το καθήκον»). Πελάτες με ΔΕΠ-Υ συχνά περιγράφουν την αναβολή καθηκόντων γιατί οι συνθήκες (εσωτερικές ή εξωτερικές) είναι με κάποιο τρόπο ανεπαρκείς (λ.χ., «Δεν έχω διάθεση.»∙ «Είμαι πολύ κουρασμένος.»∙ «Ξεκίνησα αργά.»∙ «Η βιβλιοθήκη φαίνεται γεμάτη.»). Στην πραγματικότητα, υπάρχει κάποια αλήθεια σε αυτές τις ανησυχίες, αφού οι ενήλικες με ΔΕΠ-Υ είναι πιο επιρρεπής σε περισπασμούς και μυριάδες αποτρεπτικούς παράγοντες που άλλοι πιο εύκολα αγνοούν∙ ωστόσο, η εμπρόσθια τελειομανία κινδυνεύει να γίνει υπεργενικευμένη και να ενθαρρύνει την δυσπροσαρμοστική φυγή. Με ύπουλο τρόπο, αυτή και άλλες νοοτροπίες «ανεπάρκειας» που παρατηρούνται σε ενήλικες με ΔΕΠ-Υ δεν αντανακλούν την απουσία της αίσθησης ικανότητας για τις περισσότερες εργασίες αλλά περισσότερο την αυτόματη αντίδραση του «Ξέρω ότι μπορώ να το κάνω... αλλά δεν εγγυώμαι ότι μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να το κάνει τώρα», που ενθαρρύνει την φυγή.

Και τα δύο είδη τελειομανίας μεγεθύνουν και μεγεθύνονται από τα κεντρικά χαρακτηριστικά της ΔΕΠ-Υ και επεμβαίνουν σε φαινομενικά σαφή σχέδια υποχρεώσεων και μεγαλύτερα εγχειρήματα. Αυτή η παρεμβολή συνήθως έχει ως αποτέλεσμα την αναβλητικότητα και δημιουργεί πολλά από τα συνήθη προβληματικά σημεία στις ζωές των ενηλίκων με ΔΕΠ-Υ. Ενήλικες με ΔΕΠ-Υ συχνά περιγράφουν μια εμπειρία σχεδιασμού ενός λογικού πλάνου για μια εργασία που παρόλα αυτά παραμένει ανολοκλήρωτο. Υπάρχει συχνά αυτοενοχοποίηση για την κατάδυση στην τρύπα της αναβλητικότητας, ξανά πάλι, τιμωρούν τους εαυτούς τους για όλες τις χαμένες ευκαιρίες για την αντιμετώπιση της εργασίας μέσα από το πρίσμα του εκ των υστέρων. Φυσικά, τόσο το εκ των προτέρων όσο και το εκ των υστέρων είναι μια ασφαλής απόσταση από το σημείο της εκτέλεσης, το κρίσιμο θεμελιώδες σημείο για την αντιμετώπιση της ΔΕΠ-Υ.

Για οποιοδήποτε τύπο τελειομανίας (αλλά ειδικά για το εμπρόσθιο είδος), η νοητική αλλαγή στην γνωστική συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία δουλεύει από κοινού με την συμπεριφορική αλλαγή ώστε να βρεθούν τρόποι να αναλυθούν και να στηθούν τα καθήκοντα, ιδιαίτερα βήματα για την έναρξη καθηκόντων, όπως τα καθήκοντα να γίνονται αντιληπτά ως «εφικτά».

Αυτή η αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί με την αμφισβήτηση της νοοτροπίας ότι μια καθυστερημένη εργασία θα συγκριθεί με υψηλότερα πρότυπα λόγω μιας παράτασης ώστε να ενθαρρυνθεί η επανενασχόληση στην περίπτωση της οπίσθιας τελειομανίας (λ.χ., «Η εργασία μου χρειάζεται μόνο να είναι ‘αρκετά καλή’»). Η τροποποίηση υποθέσεων που υποβόσκουν στην εμπρόσθια τελειομανία μπορεί να περιλαμβάνει τον επαναπροσδιορισμό του ότι ένα άτομο έχει αρκετή ή επαρκή ενέργεια και συγκέντρωση ώστε να ξεκινήσει μια εργασία για διακριτό χρόνο, ακόμα κι αν δεν είναι στα καλύτερά του («Είμαι κουρασμένος αλλά μπορώ να ξαναδιαβάσω τη τελευταία παράγραφο που έγραψα και να δουλέψω την αναφορά για τουλάχιστον 15 λεπτά»).

Και οι δύο μορφές αναβλητικότητας μπορούν να θεωρηθούν ως τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς την αναμενόμενη συναισθηματική δυσφορία. Στην περίπτωση της εμπρόσθιας τελειομανίας, η δυσφορία θα ελαχιστοποιηθεί αν κάποιος είναι στα καλύτερά του, κάτι που σπάνια θα ισχύει για τον οποιονδήποτε. Στην περίπτωση της οπίσθιας τελειομανίας, υπάρχει συχνά ένας βαθμός δυσφορίας που σχετίζεται με αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως ένα δύσκολο να επιτευχθεί αποτέλεσμα. Αυτή η προσδοκία απόδοσης μπορεί να προκαλείται από αρνητικά συναισθήματα που σχετίζονται με την ανάγκη για παράταση (ή ίσως την κακή διαχείριση του επιπλέον χρόνου), ή από παλιές εμπειρίες που θεωρήθηκε ότι κάτι ήταν «αρκετά καλό», μόνο και μόνο για να φανεί αργότερα ότι δεν ήταν έτσι.

Η δυσφορία που σχετίζεται με την έναρξη των εργασιών κανονικοποιείται – κανείς ποτέ δεν «έχει τη διάθεση» να δουλέψει- και επαναδιατυπώνεται ως πιθανώς σύντομη και ανεκτή, με την ανακούφιση να έρχεται μόλις αντιμετωπιστεί η εργασία. Ένας επαναπροσδιορισμός είναι ότι η αντιμετώπιση της εργασίας είναι μια επένδυση στο να ξεφορτωθεί κανείς αυτά τα συναισθήματα δυσφορίας μέσω της ανάληψης του μικρότερου βήματος που αποτελεί την έναρξη της επικείμενης εργασίας, παρόμοια με τη βουτιά στην πισίνα πριν την κολύμβηση.

Αυτές οι τροποποιημένες προοπτικές αντιμετωπίζουν την υπερβολική άποψη στην τελειομανία ότι «όλα πρέπει να είναι τέλεια αλλιώς δεν μπορώ να εκτελέσω καν το καθήκον».


Αντ’ αυτού, η σκέψη μέσα από την νοοτροπία κάποιου, η παρατήρηση των συναισθημάτων, και η δημιουργία ενός συγκεκριμένου, πραγματοποιήσιμου σχεδίου βοηθάει στην προώθηση της ενασχόλησης και στην προοπτική καλύτερων αποτελεσμάτων και μεγαλύτερης αυτοπεποίθησης.

Πηγή 

Μετάφραση: Ευγενία Ραφτοπούλου, Φοιτήτρια Χημικών Μηχανικών ΕΜΠ