fbpx
Εκτύπωση αυτής της σελίδας

Η συμπεριφορά στην προσχολική ηλικία συμβάλλει στην πρόβλεψη της ΔΕΠΥ

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(4 ψήφοι)

Οι γονείς μπορούν να έχουν μια έγκαιρη ένδειξη για το εάν το παιδί τους, ενδεχομένως, εμφανίσει Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας παρατηρώντας τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται στο σπίτι, κατά τη διάρκεια των προσχολικών ετών.

Ιδανικά, τα στοιχεία θα πρέπει να συλλέγονται από δασκάλους προσχολικής ηλικίας, την παρακολούθηση από τους γονείς και τα σχόλια ενηλίκων, που είχαν την ευκαιρία να παρατηρήσουν την τάση του παιδιού να είναι απρόσεκτο ή υπερκινητικό.

Η συμβουλή αυτή προέρχεται από την Sarah O'Neill, Ph.D. και βασίζεται σε έρευνα που διεξήγαγε η ίδια και που δημοσιεύτηκε σε ένα άρθρο στο Journal of Abnormal Child Psychology.

Η μελέτη εξετάζει πόσο καλά μπορούν να προβλέψουν οι αξιολογήσεις της συμπεριφοράς παιδιών προσχολικής ηλικίας από γονείς, δασκάλους και ειδικούς τη σοβαρότητα και τη διάγνωση της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) στην ηλικία των έξι ετών.

Η ΔΕΠΥ, που χαρακτηρίζεται από αναπτυξιακά ασύμβατα επίπεδα απροσεξίας, υπερκινητικότητας και παρορμητικότητας, είναι μία από τις πιο συχνά διαγνώσιμες παιδικές ψυχιατρικές διαταραχές.
Ενώ πολλές μελέτες, που επικεντρώνονται στα παιδιά σχολικής ηλικίας, αναφέρουν ότι γονείς και δάσκαλοι — παρά μονομερώς οι κλινικές παρατηρήσεις — είναι πιο πιθανό να αξιολογήσουν με ακρίβεια τη ΔΕΠΥ, υπάρχουν πενιχρά αποδεικτικά στοιχεία που να υποστηρίζουν παρόμοια συμπεράσματα για παιδιά προσχολικής ηλικίας.

Για να καλύψει αυτό το κενό στην έρευνα, η O'Neill και οι συνάδελφοί της παρακολούθησαν μια ομάδα 104 υπερκινητικών και/ή με ελλειμματική προσοχή παιδιών ηλικίας τριών και τεσσάρων ετών για διάστημα δύο ετών.
Τόσο οι γονείς όσο και οι δάσκαλοι αξιολόγησαν τη συμπεριφορά αυτών των παιδιών προσχολικής ηλικίας. Επίσης, κλινικοί γιατροί, που δε γνώριζαν τις αναφορές γονέων και δασκάλων, ολοκλήρωσαν την εκτίμηση κατά τη διάρκεια συνεδριών ψυχολογικής αξιολόγησης.

Έως την ηλικία των 6 ετών, περισσότερα από τα μισά παιδιά (53,8 τοις εκατό) είχαν διαγνωστεί με ΔΕΠΥ. Η πιθανότητα παρόμοιας διάγνωσης αυξανόταν όταν και οι τρεις πηγές πληροφόρησης είχαν αξιολογήσει σοβαρά τα συμπτώματα των παιδιών στην ηλικία των τριών ή των τεσσάρων ετών.

Επίσης, μετά από ανάλυση των αναφορών ξεχωριστά, η ερευνητική ομάδα ανακάλυψε ότι οι αναφορές των γονέων ήταν αποφασιστικής σημασίας, ιδίως όταν συνδυάζονταν με εκείνες του δασκάλου ή του επαγγελματία κλινικής υγείας.

Οι αναφορές των δασκάλων και μόνο δεν ήταν χρήσιμες και η ερευνητική ομάδα απέδωσε τη σχετική αδυναμία των εκπαιδευτικών να προβλέψουν την εξέλιξη της ΔΕΠΥ ενός παιδιού, σε ενδεχόμενες περιστασιακές μεταβλητές. Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας ίσως εμφανίσουν, αρχικά, μια δυσκολία προσαρμογής στο δομημένο περιβάλλον μιας τάξης, αλλά αυτή η διασπαστική συμπεριφορά είναι χρονικά περιορισμένη στο πλαίσιο της προσαρμογής τους στο σχολείο. Οι αντιλήψεις των εκπαιδευτικών σχετικά με τη «δύσκολη» συμπεριφορά ίσως επηρεάζονται επίσης και από παράγοντες όπως η διαμόρφωση και το μέγεθος μιας τάξης, καθώς και από τις προσδοκίες τους σχετικά με τη συμπεριφορά των παιδιών.

Ως αποτέλεσμα των πορισμάτων της έρευνας, η O'Neill και η ομάδα της τόνισαν τη σημασία χρήσης πληροφοριών από πολλαπλές πηγές πληροφόρησης, που έχουν δει το παιδί σε διαφορετικά πλαίσια.

Οι αναφορές των γονέων για τη συμπεριφορά των παιδιών προσχολικής ηλικίας είναι ουσιαστικές, αλλά όχι επαρκείς. Η συμπλήρωση της αναφοράς των γονέων με αυτήν των εκπαιδευτικών και/ή των κλινικών γιατρών είναι απαραίτητη.

Εξίσου σημαντικές είναι και οι κλινικές παρατηρήσεις των παιδιών προσχολικής ηλικίας κατά τη διάρκεια των ψυχολογικών αξιολογήσεων, που προβλέπουν μια διάγνωση ΔΕΠΥ καθώς και τη σοβαρότητά της σε βάθος χρόνου. Η δυνατότητα εντοπισμού των παιδιών, που διατρέχουν κίνδυνο χαμηλότερων επιδόσεων, ενδεχομένως να βοηθήσει τους εκπαιδευτικούς και τους κλινικούς επαγγελματίες υγείας να προγραμματίσουν κατάλληλες παρεμβάσεις.

«Παρατηρήστε τη συμπεριφορά ενός παιδιού προσχολικής ηλικίας σε διαφορετικά περιβάλλοντα», τόνισε η O'Neill. «Παρόλο που οι αναφορές των γονέων για έλλειψη προσοχής, υπερκινητικότητα ή παρορμητικότητα είναι πολύ σημαντικές, ιδανικά δε θα έπρεπε να επαφιόμαστε αποκλειστικά σε αυτές. Τουλάχιστον για τα μικρά παιδιά, η παρακολούθηση συμπεριφοράς από ειδικούς φαίνεται να έχουν προγνωστική χρησιμότητα.»

Πηγή: Springer

Απόδοση στα Ελληνικά: Μαριαλένα Κατσούρα